Πρώτος Μεταξύ Ίσων

Σχόλια, Φλυαρίες…Εκ Βαθέων!

Πολύ καλά sites για την ιστορία της Μακεδονίας

www.history-of-macedonia.com

http://historyofmacedonia.wordpress.com

www.lysimachos.com

http://www.macedoniaontheweb.com/forum/

Alexander the Great:

Advertisements

Μαρτίου 28, 2007 Posted by | Ιστορία | Σχολιάστε

Η Γλώσσα των Αρχαίων Μακεδόνων

 

Η Γλώσσα των Μακεδόνων

Τί γλώσσα μιλούσαν αυτοί οι «Μακεδόνες»; Το ίδιο το όνομα τους είναι Ελληνικό και στην ρίζα και στην κατάληξη του. Κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει «ορεσείβιοι», και μπορούμε να το συσχετίσουμε με Ελληνικές φυλετικές ονομασίες όπως «Ορέσται» και Ορείται», που σημαίνουν «άνθρωποι των βουνών». Η φημολογούμενη ως παλαιότερη μορφή «Μακέται» έχει την ίδια ρίζα, που σημαίνει «ψηλός», όπως στο Ελληνικό επίθετο μακεδνός ή το ουσιαστικό μακός. Η γενεαλογία των επωνύμων προγόνων, που καταγράφει ο Ησίοδος, είναι σχετική με το ζήτημα της Ελληνικής γλώσσας.

Πρώτα, ο Ησίοδος φέρει τον Μακεδόνα ως αδελφό του Μάγνητα και, καθώς γνωρίζουμε από επιγραφές ότι οι Μαγνήτες μιλούσαν την Αιολική διάλεκτο της Ελληνικής γλώσσας, έχουμε την προδιάθεση να υποθέσουμε ότι οι Μακεδόνες μιλούσαν την Αιολική διάλεκτο.

Δεύτερον, ο Ησίοδος έφερε τον Μακεδόνα και τον Μάγνητα ως πρώτα εξαδέλφια με τους τρεις γιους του Έλληνα —τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο— που ήταν οι ιδρυτές των τριών διαλέκτων της Ελληνικής γλώσσας, δηλαδή της Δωρικής, της Ιωνικής και της Αιολικής. Ο Ησίοδος δεν θα είχε καταγράψει αυτήν την συγγένεια εάν δεν πίστευε, πιθανόν κατά τον έβδομο αιώνα, ότι οι Μακεδόνες ήταν Ελληνόφωνος λαός.

Το επόμενο στοιχείο προέρχεται από την Περσία. Στις αρχές του έκτου αιώνα, οι Πέρσες περιέγραφαν τους φόρου υποτελείς λαούς της Ευρωπαϊκής τους επαρχίας και ένας από τους λαούς αυτούς ήταν οι «γιάουνα τακαμπάρα», που σημαίνει «οι Έλληνες που φορούν καπέλλο». Στην επαρχία αυτή υπήρχαν Έλληνες από τις διάσπαρτες Ελληνικές πόλεις-κράτη, αλλά είχαν διαφορετικές καταγωγές και δεν είχαν ένα κοινό είδος καπέλλου ως διακριτικό τους στοιχείο. Οι Μακεδόνες όμως φορούσαν ένα καπέλλο που τους διέκρινε, την καυσία. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι οι Πέρσες θεωρούσαν τους Μακεδόνες ως Ελληνόφωνους.

Τέλος, κατά τον ύστερο πέμπτο αιώνα ένας Έλληνας ιστορικός, ο Ελλάνικος, επισκέφθηκε την Μακεδονία και τροποποίησε την γενεαλογία του Ησιόδου, κάνοντας τον Μακεδόνα όχι εξάδελφο αλλά γιο του Αιόλου, κατατάσσοντας έτσι ακλόνητα τον Μακεδόνα και τους απογόνους του στον Αιολικό κλάδο της Ελληνόφωνης οικογένειας.

Ο Ησίοδος, η Περσία και ο Ελλάνικος δεν είχαν κάποιο κίνητρο για να κάνουν ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την γλώσσα των Μακεδόνων, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν λαός ταπεινός και κάθε άλλο παρά ισχυρός. Οι μαρτυρίες τους, ανεξάρτητη η μία από την άλλη, πρέπει να γίνουν αποδεκτές χωρίς αμφισβητήσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές δεν έχουν την ίδια γνώμη. Αγνοούν ή αδυνατούν να αξιολογήσουν τα στοιχεία που παρέθεσα και αντ’ αυτών στρέφονται σε «Μακεδόνικες» λέξεις ή ονόματα ή/και σε φιλολογικές αναφορές. Οι φιλόλογοι μελέτησαν λέξεις που αναφέρονται σε αρχαία λεξικά ή γλωσσάρια ως «Μακεδόνικες», χωρίς όμως να καταλήξουν σε κάποιο συμπέρασμα. Και αυτό επειδή κάποιες από αυτές είναι καθαρά Ελληνικές και κάποιες καθαρά μη Ελληνικές. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει: καθώς η Μακεδόνικη επικράτεια επεκτεινόταν, οι Μακεδόνες επικάλυπταν και ζούσαν μαζί με λαούς που μιλούσαν Ιλλυρικά, Παιονικά, Θρακικά κα Φρυγικά και ασφαλώς δανείστηκαν από αυτούς λέξεις που προκάλεσαν την περιέργεια των λεξικογράφων και των γλωσσαριογράφων. Κατά την γνώμη μου, οι φιλολογικές μελέτες δεν καταλήγουν σε κάποιο στερεό συμπέρασμα.

Οι πιο σημαντικές είναι οι τοπωνυμίες της αρχικής κοιτίδας των Μακεδόνων. Σχεδόν όλες είναι Ελληνικές: Πιερία, Λεβαία, Ηράκλειον, Δίον, Πέτρα, Λείβηθρον, Αιγές, Αιγύνιον, Ακήσαι, Ακησαμέναι- οι ποταμοί Ελικών, Αίσων, Λεύκων, Βάφυρας, Σάρδων, Ελπηός, Μίτυς- η Ασκουρίς λίμνη και η επαρχία Λάπαθος. Τα ονόματα των βουνών Όλυμπος και Τιτάριον πιθανόν να είναι προελληνικά- η τοπωνυμία Έδεσσα, η αρχαιότερη ονομασία της τοποθεσίας όπου ιδρύθηκαν οι Αιγές, καθώς και ο ποταμός της Ασκορδος, ήταν Φρυγικές. Οι θεότητες που λάτρευαν οι Μακεδόνες καθώς και τα ονόματα που έδιναν στους μήνες ήταν κυρίως Ελληνικά και δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι δεν ήταν αποτέλεσμα μεταγενέστερων δανείων.

Κατά τους Έλληνες συγγραφείς πριν από την Ελληνιστική περίοδο, οι Μακεδόνες ήταν «βάρβαροι». Ο όρος αναφέρεται στον τρόπο που ζούσαν και στους θεσμούς τους, που ήταν θεσμοί ενός έθνους και όχι μιας πόλης-κράτους, και δεν αναφέρεται στην γλώσσα τους. Αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το δούμε στην περίπτωση της Ηπείρου. Ο Θουκυδίδης αποκαλούσε τις εκεί φυλές «βαρβαρικές». Επιγραφές όμως που βρέθηκαν στην Ήπειρο έχουν αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι οι Ηπειρωτικές φυλές της εποχής του Θουκυδΐδη μιλούσαν Ελληνικά και χρησιμοποιούσαν Ελληνικά ονόματα. Τον επόμενο αιώνα, Ο όρος «βάρβαρος» ήταν μονάχα ένας από τους μειωτικούς χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούσε ο Δημοσθένης κατά tου Φιλίππου του Μακεδόνα.

Σε αποσπάσματα που αναφέρονται στους Μακεδόνες στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των πρώτων διαδόχων του γίνεται μνεία μιας Μακεδόνικης διαλέκτου, σαν αυτή που πιθανόν να μιλούσαν στην αρχική Μακεδονική κοιτίδα. Σε ένα τέτοιο περιστατικό ο Αλέξανδρος «κάλεσε τους φρουρούς του Μακεδονιστί, καθώς αυτό [δηλαδή, η χρήση της Μακεδόνικης] ήταν ένδειξη (ούμβολον) ότι υπήρχε σοβαρή αναταραχή». Υπό κανονικές συνθήκες ο Αλέξανδρος και οι στρατιώτες του μιλούσαν την κοινή Ελληνική, και αυτή ήταν η γλώσσα που διδάσκονταν οι Πέρσες που πολεμούσαν στο πλευρό των Μακεδόνων. Η εντολή του Αλεξάνδρου Μακεόονιστί ήταν λοιπόν μοναδική, καθώς όλες οι άλλες εντολές δίνονταν στην κοινή. Μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά ως εντολή που δόθηκε σε ευρεία διάλεκτο, όπως σε ένα Σκωτικό σύνταγμα ένας Σκώτος αξιωματικός που συνήθως μιλάει την καθομιλουμένη Αγγλική μπορεί να δώσει μία εντολή για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό σε ευρεία Σκωτική διάλεκτο.

Η χρήση αυτής της διαλέκτου ανάμεσα τους ήταν χαρακτηριστικό των Μακεδόνων στρατιωτών του Βασιλικού Στρατού (και όχι των αξιωματικών τους). Αυτό το σημείο φαίνεται καθαρά στην —όχι καθεαυτή αξιόπιστη— αναφορά της δίκης ενός Μακεδόνα αξιωματικού ενώπιον μιας Συνέλευσης Μακεδόνων, κατά την οποία ο αξιωματικός (ο Φιλώτας) έγινε αντικείμενο χλευασμών επειδή δεν χρησιμοποιούσε την διάλεκτο. Το 321, όταν ένας μη Μακεδόνας στρατηγός, ο Ευμενής, θέλησε να έλθει σε επαφή με μια εχθρική ομάδα Μακεδόνων πεζικάριων, έστειλε έναν Μακεδόνα να τους μιλήσει στην Μακεδόνικη διάλεκτο, ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Κατόπιν, αυτοί και άλλοι Μακεδόνες στρατιώτες που υπηρετούσαν τον Ευμένη, του εξέφρασαν την αγάπη τονς ζητωκραυγάζοντας τον Μακεδονιστί«. Από εκείνη τη στιγμή, τον θεωρούσαν δικό τους. Όπως παρατήρησε ο Κούρτιος, «ούτε ένας άνδρας ανάμεσα στους Μακεδόνες θα μπορούσε να αποχωριστεί από μία κουκκίδα των εθίμων των προγόνων του». Η χρήση αυτής της διαλέκτου ήταν ένας τρόπος για να εκφράσουν οι Μακεδόνες τον ξεχωριστό τους χαρακτήρα από τον κόσμο που αντιπροσώπευαν οι Ελληνικές πόλεις-κράτη.

«Το Μακεδονικό κράτος» N.G.L Hammond σελ. 39-41

Δεκέμβριος 27, 2006 Posted by | Ιστορία | 4 Σχόλια

Αρίσταρχος και Ηλιοκεντρική Θεωρία

«Ως κινών την του κόσμου εστίαν και ταράσσων ούτω την των Ολυμπίων ηρεμίαν..»

Με τα λόγια αυτά ο Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για διάπραξη ύβρης κατά των Ολυμπίων θεών και ο γεννημένος στη Σάμο αστρονόμος αναγκάστηκε να βρει καταφύγιο στην Αλεξάνδρεια ώστε να αποφύγει την θανατική ποινή.. Ο Αρίσταρχος γεννήθηκε στη Σάμο περίπου το 310 π.Χ και πέθανε στην Αλεξάνδρεια μεταξύ των ετών 250-230 π.Χ. Γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τα έργα του παρά για την ζωή του: παρακολουθούσε μαθήματα στη σχολή του Αριστοτέλη στην Αθήνα όπου είχε δάσκαλο τον φιλόσοφο Στράτων, ανέπτυξε θεωρίες στα μαθηματικά αλλά κυρίως στην αστρονομία όπου θεωρείται ο θεμελιωτής της ως επιστήμη.
Ήταν ένας από τους ενδοξότερους επιστήμονες της αλεξανδρινής περιόδου αφού οι έρευνές του είχαν βάση τη λογική σκέψη και όχι τις θρησκευτικές δοξασίες αντίθετα με τις μέχρι τότε μελέτες άλλων επιστημόνων, αυτός ήταν και ο λόγος που τον ανάγκασε να μεταναστεύσει για την Αλεξάνδρεια. Ο Αρίσταρχος πήγε κόντρα στους τότε καιρούς και διατύπωσε θεωρίες αδιανόητες για την εποχή του, ζητήθηκε η καταδίκη του ως άθεος και κανένας από τους σύγχρονους ή μεταγενέστερούς του επιστήμονες δεν στάθηκε σύμμαχός του στην αναζήτηση ενός πραγματικά αληθινού κοσμολογικού μοντέλου. Αντίθετα απομονώθηκε ιδεολογικά και δέχτηκε πυρά από το κατεστημένο της εποχής του, μονάχα ο Σέλευκος από τη Βαβυλώνα έναν αιώνα μετά προσπάθησε να επαναφέρει το πλανητικό μοντέλο που είχε προτείνει ο Αρίσταρχος αλλά και η δεύτερη αυτή προσπάθεια δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα.
Ο Αρίσταρχος ήρθε σε αντίθεση με την γεωκεντρική θεωρία (η Γη βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος) που υποστηριζόταν ως τότε και τοποθέτησε την κοσμική θέση της Γης και των υπολοίπων πλανητών σε αέναες ανεξάρτητες κυκλικές κινήσεις γύρω από τον Ήλιο. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο Ήλιος και όλοι οι απλανείς αστέρες παραμένουν διαρκώς ακίνητοι ενώ η Γη, την οποία τοποθέτησε σωστά ως τον τρίτο πλανήτη από τον Ήλιο, κάνει τόσο μια ετήσια περιστροφή γύρω από αυτόν όσο και μια ημερήσια περιστροφή περί τον άξονά της.
Ακόμα, σύμφωνα με την «ηλιοκεντρική θεωρία», ο Αρίσταρχος απέδειξε ότι η διάμετρος του Ήλιου είναι μεταξύ 18 έως 20 φορές μεγαλύτερη της διαμέτρου της Γης και υπέθεσε ότι οι πλανήτες διαγράφουν τις τροχιές τους γύρω του, αλλά μέσα στη σφαίρα των απλανών αστέρων, η οποία είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο λόγος της διαμέτρου της Γης προς τη διάμετρο του «Σύμπαντος» να είναι ίσος με το λόγο της διαμέτρου της τροχιάς της Γης προς τη διάμετρο της σφαίρας των απλανών αστέρων. Συγκρίνοντας, δηλαδή, τις αποστάσεις των απλανών αστέρων προς τη διάμετρο της τροχιάς της Γης, βρήκε ότι η τελευταία είναι τόσο μικρή, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο.
Σύμφωνα με τον Μαθηματικό Ε. Σπανδάγο στις προθέσεις του Αρίσταρχου ήταν να υπογραμμίσει ότι η σφαίρα των απλανών αστέρων είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη από τη σφαίρα που περιέχει την τροχιά της Γης, γεγονός απαραίτητο για να συμφιλιωθεί η προφανής ακινησία των σταθερών αστέρων με την κίνηση της Γης.
Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν τεράστια επιστημονική αξία και αφήνουν άφωνους τους σημερινούς αστρονόμους καθώς κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν. Στις παρατηρήσεις αυτές έφθασε η σύγχρονη αστρονομία κατόπιν σειράς ερευνών και μετρήσεων με τη βοήθεια εξαιρετικών οργάνων της νεότερης τεχνικής. Τον 3ο π.Χ αιώνα δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε κάποιο όργανο για τη μελέτη του ουρανού καθώς ακόμα και ο αστρολάβος, που εικάζεται ότι έδειχνε τις κινήσεις Ήλιου, Σελήνης και ορισμένων πλανητών, κατασκευάστηκε τον πρώτο π.Χ αιώνα. Σύμφωνα με κάποιες ριζοσπαστικές απόψεις – εικασίες ο Αρίσταρχος βρήκε αυτές τις πληροφορίες από έναν αρχαιότερο τεχνολογικά ανεπτυγμένο πολιτισμό.
Δυστυχώς δεν σώζεται το βιβλίο «Περί του ηλιοκεντρικού συστήματος» στο οποίο ανέφερε την θεωρία του ο Αρίσταρχος και επομένως δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε πώς την τεκμηρίωσε. Γνωρίζουμε για αυτήν του την θεωρία μέσω του Αρχιμήδη, ο οποίος στο βιβλίο του Ψαμμίτες αποδίδει στο Αρίσταρχο, μεταξύ άλλων, την εξής πρόταση:

(Yποθέτει ότι από τα άστρα, τα μεν απλανή και ο Ήλιος μένουν ακίνητα, η δε Γη περιφέρεται κατά περιφέρεια κύκλου γύρω από τον Ήλιο, ο οποίος βρίσκεται στο μέσον της τροχιάς)

Επίσης ο Πλούταρχος στο έργο του «Περί αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις» γράφει χαρακτηριστικά: «Αρίσταρχος τον ήλιον ίστησι μετά των απλανών, την δε γην κινεί περί τον ηλιακόν κύκλον εξελίττεσθαι δε κατά λοξού κύκλου την γην, άμα δε και περί τον αυτής άξονα δινουμένην και κατά ταύτης εγκλίσεις σκιάζεσθαι τον δίσκον» και συμπληρώνει ότι ο Ήλιος συγκαταλέγεται «εν τοις απλανέσιν αστράσιν».

Ο Αρίσταρχος ήταν αναμφισβήτητα ο πρώτος επιστήμονας στην ιστορία του ανθρώπινου γένους που ισχυρίστηκε με σαφήνεια ότι η Γη ξεφεύγει από το κέντρο του κόσμου, ωστόσο, άλλοι αρχαίοι Έλληνες φυσικοί, φιλόσοφοι και αστρονόμοι ήταν εκείνοι που συνέλαβαν την ιδέα της περιφοράς της Γης γύρω από τον Ήλιο.
Ο Αναξίμανδρος τον έβδομο αιώνα π.Χ διατύπωσε την άποψη ότι «η Γη κινείται περί το μέσον του κόσμου».
Ο Πυθαγόρας (6ος αι. π.Χ.) ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι οι πλανήτες και οι αστέρες έχουν σχήμα σφαίρας. Επιπλέον ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί ουρανού» αναφέρει: «Οι Πυθαγόρειοι ισχυρίζονται ότι το μέσον είναι διάπυρο, η δε Γη, ένα από τα άστρα, κινείται κυκλικά γύρω από το μέσον» ενώ ο Στοβαίος γράφει για τον Φιλόλαο (6ος αι. π.Χ) ότι θεωρεί ότι στο κέντρο του σύμπαντος υπάρχει φωτιά, η «εστία των όλων», την οποία ονόμαζε και «φάρο του Δία». Γύρω από την εστία αυτή περιστρέφονταν κατά σειρά ο Αντίχθων, η Γη που βρισκόταν πάντα σε θέση αντιδιαμετρική με τον Αντίχθωνα, μετά η Σελήνη και ο Ήλιος που ανακλά το φως της εστίας, και μετά όλα τα άλλα κοσμικά σώματα. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, ο Φιλόλαος ήταν ο πρώτος που υποστήριξε την κυκλική κίνηση της Γης (αν και αναφέρει και την πιθανότητα να ήταν ο Ικέτας ο Συρρακούσιος).
Σημαντικοί επίσης υποστηρικτές της ηλιοκεντρικής θεωρίας είναι οι Διογένης ο Απολλωνιάτης, Ηρακλειδής ο Πόντιος (4ος αι. π.Χ.) ο οποίος φοίτησε στην ακαδημία του Πλάτωνα, ο Πλάτων («Πλατωνικά ζητήματα» του Πλούταρχου) και ο Αρχέδημος (4ος -3ος αι. π.Χ.).

Και όμως, όλη αυτή η αρχαία γνώση που αφορούσε στον πλανήτη μας και γενικά στο σύμπαν ολόκληρο θάφτηκε και έμεινε καλά κρυμμένη για 2000 περίπου χρόνια. Ο Δ. Αιγινήτης (1862-1934) καθηγητής αστρονομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεωρεί ότι εάν οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν στηριχτεί στην ηλιοκεντρική θεωρία του Αρίσταρχου ασφαλώς θα είχαν γρήγορα οδηγηθεί στην «πριν από δύο χιλιετηρίδων γέννησιν και ανάπτυξιν της ακριβούς Ουρανίου Μηχανικής».
Γιατί όμως δεν έγινε δεκτή η θεωρία του Αρίσταρχου του Σάμιου; Σίγουρα είναι πολύ δύσκολη με σημερινά επιχειρήματα μία προσπάθεια απάντησης καθώς έχει σημαντικά αλλάξει ο τρόπος σκέψης των τωρινών ανθρώπων. Μας φαίνεται απόλυτα λογικό ένα ηλιοκεντρικό σύστημα και αν κάποιος τώρα μιλούσε για κάτι διαφορετικό θα ακουγόταν αστείο στα αυτιά μας. Αν η λύση σε κάποιο πρόβλημα παρουσιαστεί σε μια περίοδο που δεν υπάρχει κρίση τότε οι νέες προτάσεις περνούν απαρατήρητες, έτσι και στην εποχή του Αρίσταρχου κανείς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για τυχόν λάθη του γεωκεντρικού συστήματος.
Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις της εποχής ήθελαν τη Γη και συγκεκριμένα τον άνθρωπο κέντρο του κόσμου, ήταν αδιανόητο να φανταστούν την εξομοίωση της Γης με τα πλανώμενα άστρα ή την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ της γήινης φθαρτής ουσίας και της άφθαρτης ουσίας των άστρων.
Ακόμη, ήταν βαθιά ριζωμένη η επικρατούσα επιστημονική αντίληψη ότι δηλαδή η Γη είναι ακίνητη και είχε υποστηρικτές καταξιωμένους επιστήμονες όπως τον Αριστοτέλη που υποστήριζε τότε ότι συστατικό τον πλανητών είναι η πεμπτουσία (αιθέρας), τον Ίππαρχο, τον Πτολεμαίο κ.α. Οι επιστήμονες της εποχής είχαν ισχυρά επιχειρήματα κατά του ηλιοκεντρικού συστήματος: ο Αρίσταρχος είχε μιλήσει για τις τεράστιες ταχύτητες με τις οποίες κινείται η Γη (περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο με περισσότερα από 107 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα) και αυτό ήταν κάτι που δημιούργησε έντονες αντιδράσεις. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι αν η Γη κινείται πάνω σε έναν κύκλο τότε ένα σώμα που κάνει κατακόρυφη βολή προς τα πάνω δεν θα έπεφτε ποτέ στο ίδιο μέρος. Ενώ η άποψη του Πτολεμαίου ήταν ότι εάν όντως οι ταχύτητες ήταν τόσο μεγάλες όπως τις είχε περιγράψει ο Αρίσταρχος τότε θα έπρεπε να ήταν τα πάντα «καρφωμένα» στη Γη ώστε να μη φεύγουν στο διάστημα. Τέλος οι επιστήμονες νόμιζαν ότι η Σελήνη είναι ένας ξεχωριστός πλανήτης που κινείται γύρω από την Γη όπως οι υπόλοιποι και επομένως δεν θα μπορούσε να κάνει αυτήν την κίνηση με βάση ένα ηλιοκεντρικό σύστημα.
Ο εκτοπισμός της Γης από το κέντρο του κόσμου ήταν από μόνο του ένα ψυχολογικό εμπόδιο. Σε συνδυασμό με την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων που έβλεπαν τον Ήλιο να ανατέλλει, να διαγράφει ημικύκλιο πάνω από τη Γη και να δύει και παράλληλα με όσα αναφέρθηκαν για τις θρησκευτικές και επιστημονικές πεποιθήσεις δεν επιτράπηκε σε μια μοναδική ανακάλυψη να επικρατήσει. Μια μεγαλοφυής ανακάλυψη που έλυνε σχεδόν όλα τα μεγάλα προβλήματα της αρχαίας αστρονομίας παρέμεινε στο σκοτάδι σε μία κάθε άλλο παρά περίοδο σκοταδισμού..

Περίπου 1700 χρόνια αργότερα ένας λατινομαθής Πολωνός ιερωμένος ο Mikolaj Kopernik (1473-1543) αστρονόμος, γιατρός, μαθηματικός και νομικός που έμεινε γνωστός με το όνομα Nicolaus Copernicus σπούδασε την ελληνική γλώσσα με σκοπό να μελετήσει αρχαία ελληνικά κείμενα αστρονομίας. Ο Κοπέρνικος στηρίχτηκε στη «Μαθηματική Σύνταξη» («Η Μεγίστη») του Πτολεμαίου, σε πραγματείες του Φιλολάου και άλλων, άλλα ειδικότερα στις εργασίες του Αρίσταρχου με αποτέλεσμα τη συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο «De revolutionibus orbium celestium» (Περί της τροχιακής περιστροφής των ουρανίων σωμάτων) όπου στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αυτού επαναλαμβάνει χωρίς τεκμηριώσεις τη θεωρία του Αρίσταρχου. Ο Κοπέρνικος ως κληρικός και έμπιστος εκπρόσωπος της εκκλησίας δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα στη δημιουργία του βιβλίου του και έτσι μπόρεσε να ανακαινίσει και να προωθήσει την ηλιοκεντρική θεωρία. Ο Κοπέρνικος όμως αφού αντέγραψε τη θεωρία του Αρίσταρχου (με μοναδική διαφορά ότι ο Ήλιος βρίσκεται ελάχιστα μετατοπισμένος από το κέντρο του κόσμου το οποίο είναι άυλο και βρίσκεται υπό την επίβλεψη του θεού) την παρουσίασε ως δική του.
Στον πρόλογο του βιβλίου του ισχυρίζεται ότι δεν βρήκε πουθενά την ηλιοκεντρική θεωρία που παραθέτει, τον ισχυρισμό του, όμως, αυτό ανατρέπουν τα χειρόγραφα του βιβλίου του, που έχουν σωθεί (φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας), και στα οποία αναφέρει τον Αρίσταρχο ως τον επινοητή της ηλιοκεντρικής θεωρίας, ομολογία που αφαίρεσε αργότερα όταν τυπώθηκε το βιβλίο του κατά το έτος του θανάτου του. Έγραφε, λοιπόν, ο Κοπέρνικος: «… Credibile est hisce similibusque causis Plilolaum modilitatem terrae sensisse, quod etiam nonnulli Aristarchum Samium ferunt in eadem fuisse sentential…» (… Είναι πιθανό απ’ αυτές τις παρόμοιες αιτίες να είχε αντιληφθεί ο Φιλόλαος την κίνηση της Γης, διότι μερικοί λένε ότι και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είχε την ίδια άποψη…). Προκαλεί πραγματικά έκπληξη το γεγονός ότι το ηλιοκεντρικό σύστημα δεν ονομάστηκε «Αριστάρχειο» αλλά πήρε το όνομα ενός μεταγενέστερου επιστήμονα που στην ουσία έκλεψε την ανακάλυψη.
Μετά τον θάνατο του Κοπέρνικου έγινε και η έκδοση του βιβλίου του αλλά η επίσημη εκκλησία αμέσως το απαγόρευσε και προσπάθησε να κατασχέσει όσα είχαν εκδοθεί με σκοπό την καταστροφή τους, έστω και η ανάγνωση τους ήταν αρκετή για να οδηγήσει κάποιον στον θάνατο (Ο Τζορντάνο Μπρούνο κάηκε στη πυρά επειδή πίστευε στο ηλιοκεντρικό σύστημα).
Την θεωρία του Αρίσταρχου σχεδόν ολοκλήρωσε ο Kepler (16ος- 17ος αι. μ.Χ), μυστικιστής και μαθηματικός, που πρότεινε τις ελλειπτικές τροχιές των πλανητών, υποστήριξε ότι ο Ήλιος («το κέντρο του ναού του Θεού») διασφαλίζει την κίνηση των πλανητών και διατύπωσε τους νόμους κίνησης των ουράνιων σωμάτων που τους ολοκλήρωσε ο Νεύτωνας με τον «νόμο της καθολικής βαρύτητας». Ο Γαλιλαίος απάντησε στα ερωτήματα του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου για την ταχύτητα κίνησης της Γης αποδεικνύοντας ότι η φυσική τάση των πραγμάτων είναι να κινούνται σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τη Γη.
Οι σημερινοί επιστήμονες εργάζονται συλλογικά χρησιμοποιώντας υπερσύγχρονα μηχανήματα για περαιτέρω συλλογή πληροφοριών σχετικά με το ηλιακό μας σύστημα και το απώτερο διάστημα και όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται βρισκόμαστε ακόμα στα πρώτα βήματα ενός απείρως μεγάλου ταξιδιού αναζήτησης της αλήθειας..

[Βιβλιογραφία:]
1. Εργασίες Δ’ Πανελλήνιου Συνεδρίου (Με διεθνή συμμετοχή) «Αρίσταρχος o Σάμιος».
2. Ευάγγελος Σπανδάτος: «Το Ηλιοκεντρικό Σύστημα Των Αρχαίων Ελλήνων», περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ- Ελευθεροτυπία 2 Ιανουαρίου 2003.
3. Δρ. Μανόλης Πλειώνης: άρθρο «Σημείωμα για την Ηλιοκεντρική Θεωρία του Αρίσταρχου του Σάμιου

http://www.metafysiko.gr

Σεπτεμβρίου 23, 2006 Posted by | Ιστορία | Σχολιάστε

Εθνικότητα των Αρχαίων Μακεδόνων Μέρος Α

 

Σε συνέχεια μιας συζήτησης που είχα με δύο φίλους παραθέτω κάποιες πληροφορίες και σκέψεις για την πολυσυζητημένη εθνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων.

Για να το απλοποιήσω για όσους/ες δεν έχουν υπόψιν τους τις θεωρίες σχετικά με την εθνικότητα τους, οι βασικές θεωρίες είναι οι εξής:

1) Η Ιλλυρική/Θρακική Θεωρία (ITT): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια ανάμεικτη Θρακο/Ιλλυρική φυλή και κατα συνέπεια η γλώσσα τους ήταν ένα μείγμα των δύο γλωσσών.

2) Η Θεωρία της ξεχωριστής εθνότητας (SRT): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια ξεχωριστή φυλή απο όλους τους γείτονες τους και μιλούσαν μια ξεχωριστή γλώσσα, την Μακεδονική.

3) Η Δωρική θεωρία (DT): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν ένα Ελληνικό φύλο, και πιο συγκεκριμένα, Δωρική Φυλή. Μιλούσαν μια Δωρική διάλεκτο, με στοιχεία απο την Ιλλυρική και Θρακική γλώσσα.

4) Η Θεωρία των Βορειοδυτικών Ελλήνων (NWT): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια Βορειοδυτική Ελληνική φυλή. Είχαν ένα σημαντικά κατώτερο πολιτισμό σε σχέση με τις Ελληνικές πόλεις-κράτη και μιλούσαν μια Βορειοδυτική διάλεκτο. 

5) Η Σλαβική θεωρία (ST): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια σλαβική φυλή και μιλούσαν μια πρωτο-σλαβική διάλεκτο.

6) Η Φρυγική Θεωρία (FT): Οι Αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Φρύγες, απομεινάρια των παλαιότερων Φρύγων κατοίκων της περιοχής και μιλούσαν Φρυγικά.Απο εξετάσουμε τώρα αυτές τις 6 θεωρίες πιο αναλυτικά και ας δούμε μαζί τους Μύθους και την πραγματικότητα.

ITT: Οι αρχαίες ιστορικές πηγές πάντα ξεχώριζαν τους αρχαίους Μακεδόνες Απο τους Ιλλυριούς ΚΑΙ απο τους Θράκες. Δεν υπάρχει κάποια πηγή που να κατατάσσει τους Αρχαίους Μακεδόνες είτε σαν Ιλλυρίους, είτε σαν Θράκες. Απο αρχαιοτατους χρόνους, ο Μακεδόνες φέρονται να είναι σε διαρκείς πολέμους με Ιλλυρικές φυλές και λιγότερο με Θρακικές. Η Ιλλυρική γλώσσα ήταν ακατανόητη στους Μακεδόνες και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα που χρειάστηκε ένα μεταφραστή για να μπορέσει να επικοινωνήσει με τους Ιλλυριούς. Είναι πιθανόν όμως η Μακεδονική γλώσσα/διάλεκτος να περιείχε στοιχεία απο τις δύο παραπάνω γλώσσες, όπως η Ελληνική γλώσσα σήμερα έχει στοιχεία απο την τουρκική. Η θεωρία υποστηρίζεται απο ελάχιστους μοντέρνους ιστορικούς.

SRT: Η θεωρία αυτή είναι μια απο τις δύο επικρατούσες. Σύμφωνα με αυτήν, οι αρχαίοι Μακεδόνες αποτελούσαν μια ξεχωριστή εθνότητα, εννοείται μη Ελληνική, είχαν τους δικούς τους θεούς και μιλούσαν την δική τους ξεχωριστή γλώσσα, η οποία είχε κάποια στοιχεία απο τις γειτονικές γλώσσες, κυριότερα την Ελληνική. Οι Έλληνες τους θεωρούσαν βάρβαρους (ξένους) αλλά οι Μακεδόνες βασιλιάδες πέτυχαν σταδιακά να εξελληνίσουν τον λαό τους. Την εποχή του Μέγα Αλέξανδρου είχαν πλήρως εξελληνιστεί. Η θεωρία υποστηρίζεται απο ένα μεγάλο αριθμό μοντέρνων Ιστορικών με επικεφαλής τους Eugene Borza, Peter Green, A. B. Bossworth και άλλους, βασιζόμενοι στην ερμηνεία των σωζόμενων αρχαίων ιστορικών κειμένων όπως του Αρριανού, Ηροδότου, Θουκυδίδη, Πλουταρχου, Κούρτιου Ρούφου, κτλπ. Κύριο Μειονέκτημα η έλλειψη αρχαιολογικών ανακαλύψεων που να στηρίζει τους ισχυρισμού τους. Κλασικό παράδειγμα ότι δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κανένα αποδεικτικό στοιχείο ξεχωριστής Μακεδονικής γλώσσας. 

ST: Η θεωρία αυτή είναι και η λιγότερη πιθανή ως άκρως απίθανη. Υποστηρίζεται μόνο απο σλάβους εθνικιστές, κυρίως οπαδούς του πανσλαβισμού, και δεν έχει καμία υποστήριξη απο σύγχρονους ιστορικούς καθώς είναι γνωστό οι Σλάβοι ήρθαν στα Βαλκάνια τον 6ο αιώνα μ.Χ και όχι πρωτύτερα.

FT: Η θεωρία αυτή βασίζεται στον ισχυρισμό ότι στην περιοχή της Μακεδονίας ζούσαν παλιότερα οι λεγόμενοι Φρύγες ή Βρύγες, οι οποίοι μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία. Οι στυλοβάτες της Θεωρίας προβάλουν την συγγένεια της Φρυγικής γλώσσας με την Ελληνική για να δικαιολογήσουν τα Ελληνικά τοπωνύμια, ονόματα και λέξεις. Η θεωρία δεν βρίσκει υποστήριξη ούτε στις αρχαιολογικές ανακαλύψεις, ούτε και σε ιστορικές πηγές.

DT: Η θεωρία αυτή βασίζεται στον ισχυρισμό ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν ένα απο τα δωρικά φύλα. Υποστηρίζεται απο συγκεκριμένες γραπτές, και όχι μόνο, μαρτυρίες όπως του Ηρόδοτου, Αισχύλου κα. Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα σωζώμενα αρχαία μακεδονικά ονόματα έχουν πλήρη ετυμολογία στην Ελληνική γλώσσα. Οι υποστηρικτές της θεωρίας προβάλλουν την ύπαρξη Μακεδονικής Δωρικής διαλέκτου και σε συνάρτηση με την απομόνωση των αρχαίων Μακεδόνων ήταν και σχετικά δύσκολη στους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Μακεδόνες πίστευαν στους ίδιους θεούς με τους υπόλοιπους Έλληνες, το Μακεδονικό ημερολόγιο είχε ανάμεσα σε άλλους Ελληνικούς μήνες ΚΑΙ τον Απελλαίο που ήταν ο Ιερότερος μήνας των Δωρικών φυλών. Κύριος εκφραστής της, ο Γερμανός ιστορικός Ulrich Wilcken.

NWT: Η θεωρία αυτή είναι ίδια με την Δωρική Θεωρία, αφού και οι δύο φτάνουν στο ίδιο συμπέρασμα που έχει να κάνει με Ελληνικό φύλο, με την διαφορά ότι οι υποστηρικτές θεωρούν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν μια Βορειοδυτική Ελληνική φυλή, έχοντας πιο πολλά στοιχεία απο τους Αιολείς παρά απο τους Δωριείς. Παρομοίως η γλώσσα των Αρχαίων Μακεδόνων είναι μια Βορειοδυτική διάλεκτος με στοιχεία επίσης απο Ιλλυρικά/Θρακικά. Στην ουσία θα μπορούσαμε και να τις παραθέσουμε ακόμα και σε μια κοινή θεωρία. Υποστηρικτές της είναι ένα μεγάλο μέρος των σύγχρονων ιστορικών με μεγαλύτερα ονόματα τους N.G.L. Hammond, Robin Lane Fox, Malcolm Errington, κα. Η θεωρία αυτή όπως και η προηγούμενη ενισχύεται απο τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Κυριότερη απόδειξη, ο Καταδεσμός της Πέλλας.  

Σημείωση: Πρέπει να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ του Μακεδονικού Βασιλικού οίκου και των λοιπών Μακεδόνων. Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε αμφιβολία για την Ελληνικότητα των Μακεδόνων βασιλιάδων που είχαν έρθει απο το Άργος της Πελοποννήσου. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος Έλληνας?.

Σεπτεμβρίου 15, 2006 Posted by | Ιστορία | Σχολιάστε

Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος Έλληνας?

ΑλΎ?ανδρος ΙΙΙ ο Μακεδών

Αλέξανδρος ο Μέγας 

Αυτή είναι μια ερώτηση που τα τελευταία χρόνια ακούγεται όλο και περισσότερο. Ιστορικοί και όχι μόνο, προσπαθούν να την απαντήσουν απο την δικιά τους σκοπιά μέσα απο μελέτες και βιβλία, πολιτικοί να την εκμεταλευτούν, και σε όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον Διαδικτυακό κόσμο εμφανίζεται μπροστά μας ανα τακτά χρονικά διαστήματα, προκαλώντας συνήθως εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, και όλο και συχνότερα αιτία διαδικτυακών καυγάδων. Για όποιον μετέχει σε φόρα θα έχει έρθει μπροστά της τουλάχιστον μια φορά και αν είναι μέλος σε διεθνή φόρουμ τότε ίσως έχει αισθανθεί ακόμα και αγανάκτηση με ισχυρισμούς που φτάνουν στο συμπέρασμα ότι είναι και… Σλάβος.

Ας εξετάσουμε λοιπόν μύθους και πραγματικότητες σχετικά με τον Μέγα Αλέξανδρο.

Ο Αλέξανδρος Γ’ γεννήθηκε το 356 π.Χ στην Πέλλα, την πρωτεύουσα τότε του Μακεδονικού βασιλείου. Ήταν γιος του Μακεδόνα Φιλίππου Β’ και της Ολυμπιάδας, Πριγκήπισσας των Μολοσσών στην Ήπειρο.

Ο Μακεδονικός βασιλικός οίκος λεγόταν «Αργεάδες» ή «Τημενίδες«. Σύμφωνα με την παράδοση ο ιδρυτής του Βασιλικού οίκου – ο οποίος σημειωτέον διαφέρει ανάλογα με την ιστορική πηγή – ήρθε στην Μακεδονία, απο το Άργος της Πελοποννήσου και ήταν απόγονος του Ηρακλή. Ήταν με λίγα λόγια, Ηρακλείδες εξ’ Άργους.

Απο την εποχή του Αλέξανδρου Α’, που έμεινε στην ιστορία με το παρατσούκλι ο «Φιλλέλην«, οι Μακεδόνες Βασιλείς μετείχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στους οποίους ως γνωστόν μόνο Έλληνες μπορούσαν να πάρουν μέρος. Λίγο πολύ θα έχουμε ακούσει όλοι μας την ιστορία του Αλέξανδρου Α’ και την διαμαρτυρία των συναθλητών του σχετικά με το ότι ήταν βάρβαρος και δεν θα έπρεπε να λάβει μέρος. (Εκτενέστερη ανάλυση περί αυτού σε ένα απο τα επόμενα θέματα). Όταν του ζητήθηκαν εξηγήσεις, ο Αλέξανδρος απόδειξε την Ελληνική καταγωγή του, αναφέρομενος στην ιστορία των Τημενιδών και απο τότε ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ξανά.

Φίλιππος Β' ο Μακεδών

Φίλιππος Β’ ο Μακεδών

Ο πατέρας του Αλέξανδρου, Ο Φίλιππος Β’ ήταν γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’ και της Ευρυδίκης, πριγκήπισσας των γειτονικών Λυγκηστών. Οι Λυγκηστές παλαιότερα υπαγόντουσαν στους Μολοσσούς για αυτό τους βρίσκουμε σε ιστορικές πηγές είτε σαν Μολοσσικά έθνη, είτε σαν Λυγκηστές Μακεδόνες. Στην ουσία είχαν αναμειχτεί σε ένα βαθμό με τους Ιλλυριούς. Ο βασιλικός τους οίκος ισχυριζόταν ότι είναι Βακχιάδες απόγονοι απο την Κόρινθο και παντρευόντουσαν συχνά με μέλη γειτονικών βασιλείων. Η Ευρυδίκη για παράδειγμα ήταν κόρη του Ιλλυριού Σίρρα ή Ίρρα και μιας Λυγκηστίδας πριγκήπισσας.

Ολυμπιάς

Ολυμπιάς της Ηπείρου

Σειρά έχει τώρα η γενεαλογία του Αλέξανδρου απο την μεριά της μητέρας του, της Ηπειρώτισσας Ολυμπιάδας. Στην πραγματικότητα το όνομα της ήταν Μυρτάλη. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα απο την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Τα μέλη του βασιλικού οίκου των Μολοσσών, οι λεγόμενοι ‘Αιακίδες‘ ισχυρίζονταν να είναι απόγονοι του γιού του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμου και της Ανδρομάχης που κατέφυγαν στην περιοχή μετέπειτα της πτώσης της Τροίας. Στην κλασσική εποχή, η καταγωγή απο φημισμένους Ομηρικούς ήρωες, όπως ο Αχιλλέας, πρόσδιδε τεράστιο κύρος στους απογόνους τους. Η Ολυμπιάδα ήταν κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά της Ηπείρου και της Ανασατίας, αγνώστων λοιπών στοιχείων αλλά πιθανότατα Ηπειρώτισσας. Στις αρχές του 6ου αιώνα ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης θέλησε να βρει σύζυγο για την κόρη του Αγαρίστη. Κάλεσε τους ‘καλύτερους των Ελλήνων’ για να αποφασίσει με ποιόν θα πάντρευε την κόρη και ανάμεσα στους μνηστήρες ήταν και ο Βασιλιάς των Μολοσσών, Άλκων.

 Ως τώρα εξετάσαμε την γενεαλογία του Αλέξανδρου. Στην συνέχεια, περνάμε σε ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα. Πως ένιωθε ο ίδιος ο Αλέξανδρος?

Απ’ όλες τις ιστορικές πηγές, παίρνουμε το ίδιο μήνυμα. Ο Αλέξανδρος δεν έχανε ευκαιρία να πιστοποιεί πόσο περήφανος ήταν που ήταν Έλληνας. Η σούμα απο όλα αυτά είναι: Οι γονείς του είχαν Ελληνική καταγωγή. Ο Αλέξανδρος θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα. Μιλούσε Ελληνικά. Μεγάλωσε και μορφώθηκε απο φημισμένους Έλληνες δάσκαλους και είχε σαν αγαπημένο του βιβλίο, την Ιλιάδα. Πίστευε στους ίδιους θεούς όπως και οι άλλοι Έλληνες. Ανέλαβε να φέρει σε πέρας και τα κατάφερε, μια εκστρατεία, βασισμένη σε μακροχρόνια έχθρα μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, σαν ‘Αρχιστράτηγος των Ελλήνων’. Αυτός και ο στρατός του, διέδωσαν την Ελληνική γλώσσα και πολιτισμό, σε όλα τα έθνη απο τα οποία πέρασαν.

Όπως λένε if it walks like a duck, quacks like a duck, looks like a duck, then it’s a duck!!!

Σεπτεμβρίου 13, 2006 Posted by | Ιστορία | 1 σχόλιο